Το ποδόσφαιρο συχνά παρουσιάζεται ως ένας χώρος που ενώνει λαούς και γεφυρώνει διαφορές. Η πραγματικότητα, όμως, δεν παύει να το ακολουθεί παντού. Και στην περίπτωση του Ιράν, η πραγματικότητα ταξιδεύει μαζί με την εθνική ομάδα.
Οι καταγγελίες που προέρχονται από την ιρανική πλευρά για τις διαδικασίες έκδοσης βίζας ενόψει των υποχρεώσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύουν πως, ακόμη και όταν η μπάλα κυλά στο χορτάρι, η πολιτική εξακολουθεί να βρίσκεται στο παρασκήνιο.
Σύμφωνα με τον Ιρανό πρέσβη στο Μεξικό, Αμπολφάζλ Πασαντιντέχ, οι ποδοσφαιριστές έλαβαν άδειες εισόδου διάρκειας μόλις 24 ωρών. Θα μπορούν δηλαδή, να εισέρχονται στις ΗΠΑ το πρωί, να αγωνίζονται και να αποχωρούν την ίδια ημέρα. Ταυτόχρονα, παραμένει ασαφές πότε θα εγκριθούν οι βίζες για αρκετά μέλη της αποστολής, ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Μεχντί Τατζ.
Για το Ιράν, το πρόβλημα δεν είναι μόνο γραφειοκρατικό. Είναι πρακτικό, αγωνιστικό και οργανωτικό. Μια εθνική ομάδα που προετοιμάζεται για σημαντικές διοργανώσεις χρειάζεται σταθερότητα, πρόγραμμα και συνθήκες που της επιτρέπουν να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο ποδόσφαιρο. Όταν αυτά μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, η προετοιμασία μετατρέπεται σε άσκηση προσαρμογής.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ιρανοί εγκατέλειψαν το αρχικό σχέδιο εγκατάστασης στο Σαν Ντιέγκο και επέλεξαν τελικά την Τιχουάνα. Η αλλαγή δεν αφορά απλώς μια διαφορετική τοποθεσία στον χάρτη. Αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες που προκύπτουν όταν οι διεθνείς σχέσεις επηρεάζουν ακόμη και ζητήματα που, θεωρητικά, θα έπρεπε να μένουν έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η εθνική Ιράν καλείται να διαχειριστεί κάτι περισσότερο από τους αντιπάλους της στο γήπεδο. Καλείται να διαχειριστεί και τις συνθήκες που διαμορφώνονται έξω από αυτό.