Σημαντικές αντιδράσεις προκαλούν τα στοιχεία που ήρθαν στο φως σχετικά με τις απολαβές του προέδρου της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, οι οποίες φτάνουν τα 5,25 εκατομμύρια ευρώ ετησίως — ένα ποσό που δύσκολα περνά απαρατήρητο, ειδικά αν συγκριθεί με την εποχή του Σεπ Μπλάτερ.
Σύμφωνα με τη νορβηγική εφημερίδα VG, που αποκάλυψε το θέμα, ο Ινφαντίνο έχει δει τις αποδοχές του να εκτοξεύονται μέσα σε μία δεκαετία θητείας. Από τα περίπου 1,5 εκατ. ευρώ που λάμβανε ο προκάτοχός του, ο σημερινός πρόεδρος της FIFA όχι μόνο ξεπέρασε κατά πολύ το συγκεκριμένο επίπεδο, αλλά με συνεχείς αυξήσεις και μπόνους 20-25% ετησίως έφτασε συνολικά τα 34,1 εκατ. ευρώ απολαβών σε δέκα χρόνια.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κλίμα αισιοδοξίας που είχε δημιουργηθεί το 2016, όταν ο Ινφαντίνο ανέλαβε τα ηνία της FIFA μετά το σκάνδαλο διαφθοράς που οδήγησε στην αποχώρηση του Μπλάτερ. Τότε, η υπόσχεση για περισσότερη διαφάνεια και «νοικοκύρεμα» της ομοσπονδίας είχε καλλιεργήσει προσδοκίες για μια πιο συνετή οικονομική διαχείριση.
Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Οι αποδοχές του προέδρου όχι μόνο αυξάνονταν σχεδόν κάθε χρόνο —με εξαίρεση την περίοδο 2019-2021— αλλά συνοδεύονται και από πρόσθετα προνόμια. Μεταξύ αυτών, σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, περιλαμβάνονται και προσωπικές δαπάνες, όπως τα δίδακτρα των παιδιών του σε ιδιωτικό σχολείο στο Μαϊάμι.
Επισήμως, η FIFA υποστηρίζει ότι οι απολαβές καθορίζονται από ανεξάρτητη επιτροπή και συνδέονται με τις οικονομικές επιδόσεις της ομοσπονδίας. Πράγματι, τα έσοδα έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, εν μέρει χάρη σε αποφάσεις όπως η επέκταση του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε 48 ομάδες — μια κίνηση που ενισχύει τα εμπορικά οφέλη της διοργάνωσης.
Παρά ταύτα, η κριτική δεν έχει κοπάσει. Αναλυτές και παρατηρητές επισημαίνουν ότι η FIFA δεν είναι μια συνηθισμένη πολυεθνική εταιρεία, αλλά ένας οργανισμός που βασίζεται σε συλλογικές δομές, εθελοντισμό και δημόσιους πόρους. Υπό αυτό το πρίσμα, ένας τόσο υψηλός μισθός εγείρει εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια ανάμεσα στις διακηρυγμένες αξίες και την πρακτική.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι πριν από δέκα χρόνια, ο ίδιος ο Ινφαντίνο είχε δηλώσει πως οι αποδοχές του δεν θα ξεπερνούσαν τα δύο εκατομμύρια ελβετικά φράγκα. Σήμερα, η πραγματικότητα απέχει αισθητά από εκείνη τη δέσμευση, ενισχύοντας την εικόνα μιας διοίκησης που —τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο— έχει αλλάξει πορεία.
Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν αυτή η πορεία συνάδει με το πρόσωπο που θέλει να παρουσιάζει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο ή αν τελικά επιβεβαιώνει ότι, πίσω από τις εξαγγελίες, οι παλιές νοοτροπίες δύσκολα εγκαταλείπονται.