Απέναντι σε μια ανώτερη ποιοτικά ομάδα όπως η Ρεάλ Μπέτις, ο Παναθηναϊκός δεν είχε εξαρχής πολλές βάσιμες ελπίδες πρόκρισης. Ακόμη και μετά τη νίκη με 1-0 στο ΟΑΚΑ, η ισπανική ομάδα παρέμενε το ξεκάθαρο φαβορί του ζευγαριού. Όχι μόνο λόγω της συνολικής ποιότητας και του βάθους του ρόστερ της, αλλά και εξαιτίας της αγωνιστικής ετοιμότητας και της εμπειρίας της σε υψηλό επίπεδο. Αντίθετα, οι «πράσινοι» βρίσκονταν σε φάση αναδόμησης, προσπαθώντας τον τελευταίο μήνα να αποκτήσουν σταθερότητα και να θέσουν τις βάσεις για μια πιο συνεκτική αγωνιστική ταυτότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε κανείς να πει πως μια ενδεχόμενη πρόκριση του Παναθηναϊκού θα άγγιζε τα όρια της υπέρβασης. Ίσως και να θεωρούνταν «ποδοσφαιρικά άδικο» να ζητηθεί από μια ομάδα που ακόμα χτίζεται να αποκλείσει την πέμπτη δύναμη του ισπανικού πρωταθλήματος. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο δεν παύει ποτέ να αφήνει περιθώρια για εκπλήξεις. Και ο Παναθηναϊκός ταξίδεψε στη Σεβίλλη με αυτοπεποίθηση, δείχνοντας διάθεση να διεκδικήσει ό,τι του αναλογούσε.
Η εικόνα του αγώνα, όμως, εξελίχθηκε με τρόπο που όχι μόνο επιβεβαίωσε τη διαφορά δυναμικότητας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε και τις σοβαρές αδυναμίες των «πράσινων».
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της αναμέτρησης έπαιξαν τα μεγάλα λάθη του τερματοφύλακα Λαφόν. Στο πρώτο γκολ, η κακή του τοποθέτηση και η λανθασμένη αντίδραση άνοιξαν τον δρόμο για το προβάδισμα της Μπέτις μόλις στο 8ο λεπτό, διαλύοντας από νωρίς τα αγωνιστικά πλάνα της ελληνικής ομάδας. Στο δεύτερο γκολ, λίγο πριν το ημίχρονο, η αδυναμία του να διαχειριστεί ένα μακρινό σουτ ουσιαστικά «τελείωσε» κάθε ελπίδα ανατροπής.
Τα συγκεκριμένα λάθη δεν ήρθαν τυχαία. Ο Λαφόν είναι ένας τερματοφύλακας με αδιαμφισβήτητα προσόντα, αλλά και με εμφανή αστάθεια, η οποία τον έχει στοιχίσει σε όλη την καριέρα του. Σε ένα τόσο κρίσιμο παιχνίδι, αυτή η αστάθεια αποδείχθηκε καθοριστική. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα ήταν δίκαιο να αποδοθούν όλα τα προβλήματα σε ένα πρόσωπο.
Ο Παναθηναϊκός συνολικά παρουσίασε μια εικόνα κατώτερη των περιστάσεων.


