Το ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε μια αντίφαση που το ταλαιπωρεί εδώ και χρόνια. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη για ανταγωνισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και από την άλλη η διαρκής διαρροή ποδοσφαιρικού ταλέντου προς τα μεγάλα πρωταθλήματα του εξωτερικού. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα του επαναπατρισμού ποιοτικών Ελλήνων ποδοσφαιριστών αποκτά όχι απλώς αγωνιστική, αλλά και στρατηγική σημασία. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική επιστροφή στην «πατρίδα», ούτε για μια συναισθηματική κίνηση κλεισμένη σε ποδοσφαιρικές αναμνήσεις. Πρόκειται για μια ρεαλιστική επιλογή ενίσχυσης του εγχώριου πρωταθλήματος, το οποίο συχνά στερείται βάθους, έντασης και ευρωπαϊκής εμπειρίας. Υπάρχουν αρκετοί Έλληνες ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στο εξωτερικό, σε διαφορετικά επίπεδα ανταγωνισμού, οι οποίοι υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα μπορούσαν να επιστρέψουν και να δώσουν άμεσα ποιότητα στις κορυφαίες ελληνικές ομάδες. Δεν μιλάμε βέβαια για περιπτώσεις Καρέτσα, Τζόλη και Παυλίδης. Ούτε για τον Κωστούλα που τώρα ξεκινά. Μιλάμε όμως για,παίκτες όπως ο Γιαννούλης, ο Σάλιακας, ο Τσιμίκας, ο Βλαχοδήμος, ο Δουβίκας. Ένας ποδοσφαιριστής που δεν βρίσκει σταθερό χρόνο συμμετοχής σε ένα προηγμένο πρωτάθλημα, ή ολκληρωσεψεναν κύκλο μπορεί στην Ελλάδα να γίνει ηγέτης, να αναλάβει ρόλο, να μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για ένα ολόκληρο σύνολο. Και αυτό είναι κάτι που λείπει από πολλές ομάδες της Super League: η προσωπικότητα μέσα στο γήπεδο, η συνέπεια, η εμπειρία υψηλού επιπέδου.
Super League: Αυτοί οι 5 Έλληνες μπορούν να της αλλάξουν επίπεδο
Φυσικά, ο επαναπατρισμός δεν μπορεί να είναι μια διαδικασία χωρίς σχέδιο. Χρειάζεται οικονομική ισορροπία, αγωνιστικό πλάνο και κυρίως σοβαρότητα στη διαχείριση του ρόστερ. Δεν αρκεί η επιστροφή για το όνομα ή για την επικοινωνιακή εικόνα. Χρειάζεται ουσία, ρόλος και προοπτική. Το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν θα αναβαθμιστεί μόνο με μεταγραφές από το εξωτερικό γενικά, αλλά με στοχευμένες κινήσεις που φέρνουν πίσω παίκτες έτοιμους να προσφέρουν άμεσα. Παίκτες που μπορούν να ανεβάσουν τον ρυθμό, να βελτιώσουν τον ανταγωνισμό και να δώσουν στις ομάδες το κάτι παραπάνω στις ευρωπαϊκές τους φιλοδοξίες.


